Ένας σημαντικός και καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη και την ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά και για την μετέπειτα ζωή του παιδιού, αποτελεί η διατροφή της μητέρας κατά τη διάρκεια, αλλά και πριν την εγκυμοσύνη. Οι διατροφικές ελλείψεις μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες επιδράσεις, τόσο στη μητέρα όσο και στο βρέφος.\r\nΗ σωματική ανάπτυξη ενός παιδιού, οι μαθησιακές δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο σχολείο, αλλά και ασθένειες, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, έχουν τις ρίζες τους στη διατροφή της μητέρας και στις συνήθειές της (κάπνισμα, αλκοόλ).\r\nΗ έγκυος δεν πρέπει να λαμβάνει τροφή για δύο άτομα, όπως λένε οι γιαγιάδες μας, αλλά ούτε και να στερείται για να μην πάρει κιλά. Σημαντικό, επίσης, είναι να επιτύχει υγιές σωματικό βάρος πριν από τη σύλληψη, καθώς το ελλιπές βάρος ή το υπέρβαρο μπορούν να έχουν επιπτώσεις τόσο στη γονιμότητα, όσο και στην έκβαση της εγκυμοσύνης.\r\n\r\nΠρόσφατη έρευνα έδειξε ότι η λήψη Ω-3 λιπαρών οξέων (DHA & EPA), κατά την περίοδο της σύλληψης, μπορεί να μειώσει την εμφάνιση ατελειών του νευρικού σωλήνα. Έτσι, οι γυναίκες, που θέλουν να γίνουν μητέρες, ενθαρρύνονται να παίρνουν, σε διάστημα έως και δώδεκα μηνών πριν τη σύλληψη, πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής, τα οποία περιέχουν όχι μόνο φυλλικό οξύ, αλλά και Ω-3 λιπαρά οξέα.\r\nΆλλη πρόσφατη μελέτη, η οποία ανακοινώθηκε από την Β’ Πανεπιστημιακή Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Αρεταίειο», έδειξε ότι η έλλειψη θερμίδων μπορεί να προκαλέσει πρόωρο τοκετό και χαμηλό βάρος νεογνού. Παράλληλα, η έλλειψη Ω-3 λιπαρών οξέων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αποβολής, τις πιθανότητες χαμηλού βάρους του νεογνού και της εμφάνισης επιλόχειου κατάθλιψης στη μητέρα. Επιπλέον, και η έλλειψη πρωτεϊνών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το χαμηλό βάρος γέννησης, ενώ η έλλειψη σιδήρου μπορεί να προκαλέσει πρόωρο τοκετό, χαμηλό βάρος γέννησης ή και θνησιγένεια. Τέλος, η έλλειψη ψευδαργύρου μπορεί να προκαλέσει δυσπλασίες του εμβρύου, ενώ η έλλειψη φυλλικού οξέος προκαλεί ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα.\r\nΤα συμπληρώματα διατροφής πριν τη σύλληψη, κατά τη διάρκεια της κύησης αλλά και κατά το θηλασμό, βοηθούν στην εμβρυική και νεογνική ανάπτυξη, σε καλύτερη έκβαση της κύησης και στη βελτιστοποίηση της υγείας και της ευεξίας της γυναίκας. Επίσης, συντελεί στην πρόληψη της επιλόχειας κατάθλιψης και στη βελτίωση της ποιότητας του μητρικού γάλακτος. Τα οφέλη αφορούν τόσο στη μητέρα όσο και στο βρέφος (πρόληψη νόσων που συνδέονται με την κύηση, χαμηλότερος κίνδυνος επιπλοκών κατά τον τοκετό, υγιής ανάπτυξη και γέννα ενός υγιούς, τελειόμηνου βρέφους). Η αυξημένη πρόσληψη Ω-3 λιπαρών οξέων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ωφελεί την ανάπτυξη του μωρού πριν τη γέννα και παράλληλα μειώνει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού. Επιπλέον, η αντιφλεγμονώδης δράση των Ω-3 λιπαρών οξέων αποτελεί σημαντική ασπίδα του οργανισμού, τόσο της μητέρας, όσο και του εμβρύου ή του βρέφους που θηλάζει, από τον κίνδυνο φλεγμονής, αλλεργικών αντιδράσεων, νεοπλασιών και καρδιαγγειακής νόσου.\r\nΤέλος, σύμφωνα με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, συνίσταται η ημερήσια διατροφική πρόσληψη από τη μητέρα τουλάχιστον 300 mg Ω-3 λιπαρών οξέων (DHA). Η κάλυψη των διατροφικών συστάσεων σε DHA μπορεί να επιτευχθεί από την κατανάλωση δύο έως τριών μερίδων λιπαρών ψαριών την εβδομάδα, όπως σαρδέλας και σολομού. Αντιθέτως, η κατανάλωση μεγάλων ψαριών που βρίσκονται υψηλότερα στην τροφική αλυσίδα, όπως ο ξιφίας, αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, καθώς στα ψάρια αυτά συχνά ανιχνεύονται υψηλές συγκεντρώσεις τοξικών ρυπαντών, που μπορούν να επιβαρύνουν τη νευρολογική ανάπτυξη του εμβρύου ή του βρέφους.\r\n \r\nΚαρολίνα Καπόγλου\r\n Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, BSc